Κεφαλαιο 0
Ο ιδρώτας με έπνιγε... Υγρές, καυτές σταγόνες καλύπτανε ολόκληρο το σώμα μου... Τις ένοιωθα να χαϊδεύουνε βασανιστικά κάθε μου πτυχή. Κάποιες στέκονταν ακίνητες, σαν μικρά ηφαίστεια που τρώγανε αργά το κορμί μου, ενώ άλλες κυλούσαν νωχελικά οργώνοντας τα πλευρά μου, μέχρι που χάνονταν στο υγρό σεντόνι που ένοιωθα να βρίσκεται από κάτω μου... Έμεινα έτσι για λίγα δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να προσανατολιστώ, όταν κοίταξα δίπλα μου... και είδα αυτήν. Μια νεαρή κοπέλα, το κορμί της σφιχτό και μαυρισμένο, το στήθος στρογγυλό, λαχταριστό, η μέση της λεπτή με τους κοιλιακούς να διαγράφονται απαλά, οι γλουτοί της στητοί και τρυφεροί σαν μήλο, τα πόδια μακρυά και γυμνασμένα, με τέλειες γάμπες που κατέληγαν σε δέκα χαριτωμένα δάχτυλα. Το δέρμα της ήταν αστιγμάτιστο, καλοσχηματισμένο, με τέλειες καμπύλες, χωρίς υπερβολές. Τα μάτια μου μείνανε καρφωμένα πάνω της ενώ η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει στο ρυθμό πολεμικού εμβατηρίου. Αυτή στεκόταν ακίνητη, χωρίς ίχνος ιδρώτα, σαν ώριμο φρούτο έτοιμο να το δαγκώσεις. Έκανα να την αγγίξω, αλλά -περιέργως- δεν μπόρεσα... το χέρι μου δεν με υπάκουε. Προσπάθησα να πλησιάσω το κορμί μου... Αποτυχία ξανά... Ένοιωθα βαρύς... Δεν μπορούσα να κινηθώ καθόλου. Προσπάθησα ξανά... Ο ιδρώτας μου έγινε πιο έντονος, πιο καυτός. Το εσώρουχό μου είχε μουσκέψει τόσο πολύ που κολλούσε πάνω μου και γινόταν ένα με τη σάρκα μου. Αγχώθηκα... Έπρεπε να αγγίξω την κοπέλα. Δεν ξέρω γιατί, όμως έπρεπε. Ένοιωθα σαν να είχα θαφτεί ζωντανός... Άρχισα να τρομάζω. Έπρεπε να κουνηθώ. Έπρεπε να την αγγίξω. Έπρεπε να νοιώσω ζωντανός. Πνιγόμουνα... δεν άντεχα... προσπαθούσα... χανόμουνα...
Άνοιξα απότομα τα μάτια μου. Ήμουνα ζαλισμένος. Από κάπου μακριά άκουγα έναν απροσδιόριστο ρυθμικό ήχο. Προσπάθησα να κοιτάξω μπροστά μου. Όλα ήταν θολά. Έκανα να σηκωθώ. Αδύνατον. Ακόμα ήμουνα βαρύς. Έκλεισα τα μάτια μου. Τα άνοιξα. Αυτή τη φορά μπόρεσα να διακρίνω μια μεγάλη άσπρη επιφάνεια να στέκεται από πάνω μου. Έκανα να σηκώσω το κορμί μου. Τα κατάφερα έστω και με δυσκολία. Ένοιωσα μια ανακούφιση. Ο ρυθμικός ήχος συνέχιζε να ακούγεται, πιο δυνατά τώρα. Έμοιαζε με κουδούνισμα. Η ζαλάδα μου είχε μειωθεί. Μπόρεσα να δω πιο καθαρά. Διέκρινα μία ντουλάπα, το ένα της φύλλο ανοιχτό, ένα γραφείο στη γωνία με διάφορα πράγματα πάνω του, μία καρέκλα. Πήρα μια βαθιά ανάσα. Δεν είχα καταλάβει ότι ήμουνα λαχανιασμένος. Σε μια στιγμή, απέκτησα τη συνείδησή μου. Ήμουνα στο δωμάτιό μου. Το ρυθμικό κουδούνισμα τώρα ακουγόταν δυνατά. Με είχε ζαλίσει. Κοίταξα δίπλα μου ανοίγωντας διάπλατα τα μάτια μου προσπαθώντας να δω πιο καθαρά. Να'το. Άπλωσα το χέρι μου και με μια κίνηση το έκλεισα. Το ξυπνητήρι σταμάτησε. Έπρεπε να σηκωθώ για τη δουλειά. Στηρίχθηκα στο μαξιλάρι μου. Ήτανε υγρό. Βρεγμένο. Ήμουνα καταϊδρωμένος. Πήγα κατευθείαν στο μπάνιο και μπήκα κάτω από το ντους. Το κρύο νερό έπεσε πάνω μου αναζωογονητικό, δροσερό, λυτρωτικό. Ετοιμάστηκα γρήγορα και έφυγα. Είχα ξυπνήσει, αλλά... όχι τελείως. Τουλάχιστον, έτσι ένοιωθα…
Κεφαλαιο 1
Γύρισα το κλειδί στην πόρτα κι αυτή άνοιξε με ένα παραπονιάρικο τρίξιμο. Η ατμόσφαιρα, βαριά και ράθυμη βιάστηκε να με καλοσωρίσει. Αναστέναξα και προχώρησα προς τα μέσα. Κανονικά θα'πρεπε να χαίρομαι που γυρνάω σπίτι μετά από μια μέρα στη δουλειά. Σήμερα όμως τίποτα δεν είναι κανονικό. Ακόμα υπάρχει στα μάτια μου αποτυπωμένη η εικόνα του γυμνού κορμιού στο πλάι μου, ακόμα νοιώθω στο σώμα μου τον ιδρώτα να λούζει τη σάρκα μου, ακόμα θυμάμαι την αδυναμία μου να κινηθώ, την ύπαρξή μου να απειλείται. Και η είσοδος στο σπίτι αυτό αμέσως μεγένθυνε αυτήν την ακαθόριστη ανησυχία που νοιώθω από το πρωί...
Η δουλειά ήταν ανυπόφορη. Μάλλον εγώ ήμουν ανυπόφορος. Ανυπόφορος και "διαφορετικός", όπως παρατήρησε ένας συνάδελφός μου. Μου συστήσαν να πάω σε γιατρό, φοβούμενοι ότι ήμουνα άρρωστος. Τελικά, αποφάσισα να μιλήσω σε κάποιον που δούλευε στο ίδιο γραφείο με μένα και είχαμε γίνει φίλοι. Του τα'πα όλα. Περίμενα να γελάσει, να με κοροϊδέψει έστω και να με χλευάσει αλλά, προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν έκανε τίποτα τέτοιο. Αντίθετα, φάνηκε να με παίρνει πολύ σοβαρά και αφού προσπάθησε να με καθησυχάσει μου έδωσε μια κάρτα ενός γιατρού. Δόκτωρ Φιλ Κλέυμορ, ψυχολόγος και υπνοθεραπευτής. Κανονικά θα τον χλεύαζα εγώ αλλά η κατάστασή μου ήταν τέτοια που δεν άντεχα καμμιά αντιπαράθεση οποιασδήποτε μορφής. Έτσι, πήρα την κάρτα με απροθυμία και συνέχισα τη δουλειά μου, με πολλή δυσκολία πάντως.
Ο ιδρώτας με έπνιγε... Υγρές, καυτές σταγόνες καλύπτανε ολόκληρο το σώμα μου... Τις ένοιωθα να χαϊδεύουνε βασανιστικά κάθε μου πτυχή. Κάποιες στέκονταν ακίνητες, σαν μικρά ηφαίστεια που τρώγανε αργά το κορμί μου, ενώ άλλες κυλούσαν νωχελικά οργώνοντας τα πλευρά μου, μέχρι που χάνονταν στο υγρό σεντόνι που ένοιωθα να βρίσκεται από κάτω μου... Έμεινα έτσι για λίγα δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να προσανατολιστώ, όταν κοίταξα δίπλα μου... και είδα αυτήν. Μια νεαρή κοπέλα, το κορμί της σφιχτό και μαυρισμένο, το στήθος στρογγυλό, λαχταριστό, η μέση της λεπτή με τους κοιλιακούς να διαγράφονται απαλά, οι γλουτοί της στητοί και τρυφεροί σαν μήλο, τα πόδια μακρυά και γυμνασμένα, με τέλειες γάμπες που κατέληγαν σε δέκα χαριτωμένα δάχτυλα. Το δέρμα της ήταν αστιγμάτιστο, καλοσχηματισμένο, με τέλειες καμπύλες, χωρίς υπερβολές. Τα μάτια μου μείνανε καρφωμένα πάνω της ενώ η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει στο ρυθμό πολεμικού εμβατηρίου. Αυτή στεκόταν ακίνητη, χωρίς ίχνος ιδρώτα, σαν ώριμο φρούτο έτοιμο να το δαγκώσεις. Έκανα να την αγγίξω, αλλά -περιέργως- δεν μπόρεσα... το χέρι μου δεν με υπάκουε. Προσπάθησα να πλησιάσω το κορμί μου... Αποτυχία ξανά... Ένοιωθα βαρύς... Δεν μπορούσα να κινηθώ καθόλου. Προσπάθησα ξανά... Ο ιδρώτας μου έγινε πιο έντονος, πιο καυτός. Το εσώρουχό μου είχε μουσκέψει τόσο πολύ που κολλούσε πάνω μου και γινόταν ένα με τη σάρκα μου. Αγχώθηκα... Έπρεπε να αγγίξω την κοπέλα. Δεν ξέρω γιατί, όμως έπρεπε. Ένοιωθα σαν να είχα θαφτεί ζωντανός... Άρχισα να τρομάζω. Έπρεπε να κουνηθώ. Έπρεπε να την αγγίξω. Έπρεπε να νοιώσω ζωντανός. Πνιγόμουνα... δεν άντεχα... προσπαθούσα... χανόμουνα...
Άνοιξα απότομα τα μάτια μου. Ήμουνα ζαλισμένος. Από κάπου μακριά άκουγα έναν απροσδιόριστο ρυθμικό ήχο. Προσπάθησα να κοιτάξω μπροστά μου. Όλα ήταν θολά. Έκανα να σηκωθώ. Αδύνατον. Ακόμα ήμουνα βαρύς. Έκλεισα τα μάτια μου. Τα άνοιξα. Αυτή τη φορά μπόρεσα να διακρίνω μια μεγάλη άσπρη επιφάνεια να στέκεται από πάνω μου. Έκανα να σηκώσω το κορμί μου. Τα κατάφερα έστω και με δυσκολία. Ένοιωσα μια ανακούφιση. Ο ρυθμικός ήχος συνέχιζε να ακούγεται, πιο δυνατά τώρα. Έμοιαζε με κουδούνισμα. Η ζαλάδα μου είχε μειωθεί. Μπόρεσα να δω πιο καθαρά. Διέκρινα μία ντουλάπα, το ένα της φύλλο ανοιχτό, ένα γραφείο στη γωνία με διάφορα πράγματα πάνω του, μία καρέκλα. Πήρα μια βαθιά ανάσα. Δεν είχα καταλάβει ότι ήμουνα λαχανιασμένος. Σε μια στιγμή, απέκτησα τη συνείδησή μου. Ήμουνα στο δωμάτιό μου. Το ρυθμικό κουδούνισμα τώρα ακουγόταν δυνατά. Με είχε ζαλίσει. Κοίταξα δίπλα μου ανοίγωντας διάπλατα τα μάτια μου προσπαθώντας να δω πιο καθαρά. Να'το. Άπλωσα το χέρι μου και με μια κίνηση το έκλεισα. Το ξυπνητήρι σταμάτησε. Έπρεπε να σηκωθώ για τη δουλειά. Στηρίχθηκα στο μαξιλάρι μου. Ήτανε υγρό. Βρεγμένο. Ήμουνα καταϊδρωμένος. Πήγα κατευθείαν στο μπάνιο και μπήκα κάτω από το ντους. Το κρύο νερό έπεσε πάνω μου αναζωογονητικό, δροσερό, λυτρωτικό. Ετοιμάστηκα γρήγορα και έφυγα. Είχα ξυπνήσει, αλλά... όχι τελείως. Τουλάχιστον, έτσι ένοιωθα…
Κεφαλαιο 1
Γύρισα το κλειδί στην πόρτα κι αυτή άνοιξε με ένα παραπονιάρικο τρίξιμο. Η ατμόσφαιρα, βαριά και ράθυμη βιάστηκε να με καλοσωρίσει. Αναστέναξα και προχώρησα προς τα μέσα. Κανονικά θα'πρεπε να χαίρομαι που γυρνάω σπίτι μετά από μια μέρα στη δουλειά. Σήμερα όμως τίποτα δεν είναι κανονικό. Ακόμα υπάρχει στα μάτια μου αποτυπωμένη η εικόνα του γυμνού κορμιού στο πλάι μου, ακόμα νοιώθω στο σώμα μου τον ιδρώτα να λούζει τη σάρκα μου, ακόμα θυμάμαι την αδυναμία μου να κινηθώ, την ύπαρξή μου να απειλείται. Και η είσοδος στο σπίτι αυτό αμέσως μεγένθυνε αυτήν την ακαθόριστη ανησυχία που νοιώθω από το πρωί...
Η δουλειά ήταν ανυπόφορη. Μάλλον εγώ ήμουν ανυπόφορος. Ανυπόφορος και "διαφορετικός", όπως παρατήρησε ένας συνάδελφός μου. Μου συστήσαν να πάω σε γιατρό, φοβούμενοι ότι ήμουνα άρρωστος. Τελικά, αποφάσισα να μιλήσω σε κάποιον που δούλευε στο ίδιο γραφείο με μένα και είχαμε γίνει φίλοι. Του τα'πα όλα. Περίμενα να γελάσει, να με κοροϊδέψει έστω και να με χλευάσει αλλά, προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν έκανε τίποτα τέτοιο. Αντίθετα, φάνηκε να με παίρνει πολύ σοβαρά και αφού προσπάθησε να με καθησυχάσει μου έδωσε μια κάρτα ενός γιατρού. Δόκτωρ Φιλ Κλέυμορ, ψυχολόγος και υπνοθεραπευτής. Κανονικά θα τον χλεύαζα εγώ αλλά η κατάστασή μου ήταν τέτοια που δεν άντεχα καμμιά αντιπαράθεση οποιασδήποτε μορφής. Έτσι, πήρα την κάρτα με απροθυμία και συνέχισα τη δουλειά μου, με πολλή δυσκολία πάντως.